Όταν χαράζει...



Όταν χαράζει, ο πρώτος στεναγμός
βγαίνει απ' τα πιο σφιγμένα χείλη.
Σαν πεταλούδα στην κάμαρη πετά
ψάχνοντας άνοιγμα να φύγει.

Αν είσαι μόνος, αν είσαι αδύναμος
η χαραυγή θα σε ξεκάνει.
Έχει το μύρο, έχει τη σιγαλιά,
κι έχει τον ήλιο τον αλάνη.

Καινούρια μέρα, καινούριος ποταμός
στις εκβολές του θα προσφέρει
όσα χαθήκαν, όσα ξεχάστηκαν
κι όσα γι' αυτά κανείς δεν ξέρει.

Πίσω απ' τους λόφους, πίσω απ' τα βλέφαρα
υπάρχει τόπος και για σένα.
Χωρίς Βαστίλη, χωρίς ανάθεμα,
χωρίς τα χείλη τα σφιγμένα.

Ερμηνεία: Γιάννης Αγγελάκας
Στίχοι - Μουσική: Θανάσης Παπακωνσταντίνου
Δισκογραφία: Βραχνός Προφήτης (2000)

Υπέροχοι στίχοι, εξαιρετική ερμηνεία... Ένα τραγούδι που εκφράζει τη δύναμη και τη μαγεία που δίνει το χάραμα, η πιο όμορφη και επικίνδυνη στιγμή της μέρας... Τη δύναμη και τη μαγεία του ξεκινήματος της μέρας, της ώρας, της σκέψης, της έκφρασης, το ξέσπασμα της ζωντάνιας, της δημιουργικότητας, της χαράς...

Το τραγούδι αυτό έχει συνδεθεί με μια μικρή ιστορία, προσωπική, δηλαδή ενός φίλου...

Όταν πρωτοκυκλοφόρησε, ένας καλός φίλος συνεργάτης το είχε χαρακτηρίσει «ίσως το πιο θλιβερό τραγούδι που έχει ειπωθεί...». Δεν του άρεσε ποτέ το χάραμα, τα πρωινά τον γέμιζαν με αισθήματα ανάμικτα, σαν αυτά που προκαλεί η μίξη του τζουρά της ανατολής με την ηλεκτρική κιθάρα της δύσης, εκεί στο τέλος του τραγουδιού.

Είχε φτιάξει ένα σκηνικό συμβιβασμού. Ένιωθε ασφαλής, υλικά, έβρισκε γαλήνη, επίσης υλικά, δίπλα σε έναν άνθρωπο «λάθος, με λάθος συμπεριφορές, με λάθος εκφράσεις», έτσι μας έλεγε εκείνα τα -όλο και λιγότερα- απογεύματα που μια το Skippers' μια το Ostria φιλοξενούσαν τις αμπελοφιλοσοφίες της κοινωνικό-επαγγελματικής μας παρέας, εν μέσω φραπέ, μπύρας, τσίπουρου και κλαμπ σάντουιτς...

Και δεν του άρεσε, τον γέμιζε άγχος, που έπρεπε το πρωί να αφήνει αυτό το σκηνικό, να βγαίνει στον κόσμο, να δοκιμάζει και να αποδεικνύει τις, πολλές, ικανότητες της...

Χαθήκαμε με τις δουλειές και τα ταξίδια...

Κάποιο χρόνο μετά ο φίλος αποφάσισε να ξεσπάσει, ένα ξέσπασμα όμοιο με το ξέσπασμα της ηλεκτρικής κιθάρας στο τελείωμα του τραγουδιού, και να διεκδικήσει τη ζωή που είχε εκχωρήσει...

Ξαναβρεθήκαμε στην Πόλη, μήνες μετά το «ξέσπασμα» του, ένα δροσερό ανοιξιάτικο βράδυ. Την ώρα που το τελευταίο παγάκι έλιωνε μέσα στις τελευταίες σταγόνες ουίσκι της βραδιάς, μου είπε όλη την ιστορία, γεμάτη νοήματα δυνατά, κατανοητά μόνο για όσους έχουν βιώσει το τι θα πει στην κυριολεξία «σφιγμένα χείλη»...

Κι εκεί, εκείνο το χάραμα της Κυριακής, την ώρα που οι πρώτες αχτίδες του ήλιου ζωντάνευαν τον Βόσπορο στην άκρη των ματιών μας, ο φίλος σταμάτησε πια να μιλάει, έπιασε το κινητό του κι έβαλε το τραγούδι... Όταν χαράζει, ο πρώτος στεναγμός, βγαίνει απ' τα πιο σφιγμένα χείλη...

Όταν χαράζει... Τη στιγμή που οι ελπίδες πεθαίνουν και ταυτόχρονα γεννιούνται... Την ώρα που όλη η ζωή περνά από μπροστά μας... και ό,τι ζήσαμε και ό,τι σχεδιάζουμε να ζήσουμε...

Και ένιωσα ότι ο φίλος πια ήταν ανακουφισμένος, διαφορετικός...