...τραγουδήστε στο φως, στη ζωή!!



«εξαφανίστηκες»... έτσι άρχισε η κουβέντα της επανασύνδεσης με τον Κώστα, έναν παλιό καλό φίλο με τον οποίο είχαμε να μιλήσουμε πάνω από πέντε χρόνια... «εσύ εξαφανίστηκες», απάντησα... γελάσαμε... μεγαλόφωνα, ντόμπρα, με όλο μας το σώμα, όπως γελάνε οι άντρες, οι φίλοι, στο δρόμο για τον πλησιέστερο φραπέ, την πλησιέστερη μπύρα...

η ζέστη του μεσημεριού δε μας εμπόδισε διόλου... είχαμε ζήσει και μεγαλύτερες, τότε που νέοι δημοσιογράφοι παλεύαμε να αποδείξουμε ότι αξίζουμε κάτι περισσότερο, προσπαθώντας να αναδείξουμε τις δουλειές που άλλοι παρατούσαν ως ανάξιες λόγου...

δυο μεγάλες μπύρες μετά, είχαμε ξαναβρεί το νήμα της ζωής... το νήμα αυτό που κόπηκε όταν εγώ πήγα φαντάρος και ο Κώστας, μεγαλύτερος και ήδη παντρεμένος, αποφάσισε να γυρίσει στο νησί του και να ασχοληθεί με τις εκδόσεις και τις γραφικές σχέσεις... το νήμα αυτό που ενώθηκε ξανά εκείνο το καλοκαιρινό απόγευμα...

το τι είπαμε μας ανήκει αποκλειστικά... είναι δικό μας και δεν το εκχωρούμε... έτσι είναι συνήθως οι άνδρες... κρατάνε μυστικά... λίγα και καλά... και δεν τα μοιράζονται ούτε με τον εαυτό τους, απλά αναθέτουν τη φύλαξη τους, το πέρασμα τους στην άλλη γενιά ο ένας στον άλλο, ο φίλος στον φίλο...

όχι τον όποιο, τον τυχαίο φίλο, τον περιστασιακό, αλλά τον φίλο αυτό που έχει δεθεί στα δύσκολα, στο τελευταίο τσιγάρο, στην τελευταία γουλιά ποτό, στο τελευταίο κατοστάρικο, που αρνήθηκε να βάλει μια γκόμενα πιο πάνω από τον φίλο του, που δοκιμάστηκε και πέτυχε... και γι' αυτό μένει φίλος στο πέρασμα του χρόνου...

θα αναρωτηθείτε τι σχέση έχει ο Βλάσης Μπονάτσος, οι Πελόμα Μποκιού και ο «ύμνος στη ζωή» με εμένα και τον Κώστα... ήταν το τραγούδι που ακούσαμε και τραγουδήσαμε εκείνο το χειμωνιάτικο ξημέρωμα, στην ανατολή του ήλιου, καπνίζοντας μόνοι το τελευταίο τσιγάρο στη γέφυρα της Χαλκίδας...

το θυμηθήκαμε ξανά εκείνο το απόγευμα...

θυμηθήκαμε το ενστικτώδες παιχνίδι στο φανάρι του Καλλιμάρμαρου... θυμηθήκαμε το κυνηγητό στην Κηφισίας, μια εμείς μπροστά, μια αυτές, βγαλμένο θαρρείς από ταινία του Μπελμοντό... θυμηθήκαμε το μπαράκι στον τροχονόμο, το πρώτο που βρήκαμε στο δρόμο μας, την αμηχανία της αρχής, το πηγαίο γέλιο αμέσως μετά και, αργότερα, τη βιαστική καληνύχτα τους που έκοψε βάρβαρα τα όνειρα μας κάπου μετά την Εκάλη...

εκεί που αποφασίσαμε ότι στη ζωή ομορφιά έχουν πρώτα πρώτα οι στιγμές που ζεις με τον φίλο... εκεί που αποφασίσαμε ότι έχουμε βενζίνη ως τη Χαλκίδα και ότι δεν έχουμε δει ποτέ την ανατολή από τη γέφυρα...

τα θυμηθήκαμε ξανά εκείνο το απόγευμα...

«Νύχτα που φεύγει και φέρνει την αυγή...», έπιασε πάλι τον σκοπό ο Κώστας, «λόγια που λέει μια φωνή...» έσπευσα να συμπληρώσω... και ξαναγελάσαμε που είδαμε κεφάλια γύρω μας να γυρνάνε όταν αρχίσαμε ξανά να σιγοψιθυρίζουμε το ρεφραίν... «Πέθανε η μάνα, γεννιέται το παιδί, πλημμυρίζει χαρά όλη η γη, τραγουδήστε στο φως, στη ζωή»... Όπως τότε, εικοσιδύο χρόνια πριν...