Άσμα ασμάτων... [τι ωραία που είναι η αγάπη μου...]

Είναι φορές που δεν ξέρεις αν ο στίχος αναδεικνύει τη μουσική ή η μουσική τον στίχο... Και κάποιες από αυτές τις φορές είναι δύσκολο να ξεκαθαρίσεις τον ρόλο που παίζει η φωνή στο όλο σκηνικό... Προσπαθείς να καταλάβεις αν ο ερμηνευτής ζει το κομμάτι που ερμηνεύει, δεν ξέρεις αν αυτό που ακούς χτυπάει μέσα σου μια ευαίσθητη χορδή, δεν μπορείς να καταλάβεις τι σε μεταφέρει, που σε μεταφέρει...

Μια από αυτές τις φορές είναι το «Άσμα Ασμάτων», σε στίχους Ιάκωβου Καμπανέλλη και μουσική Μίκη Θεοδωράκη, στην πρώτη του εκτέλεση, από την Μαρία Φαρμαντούρη. Έχω την αίσθηση ότι όσα χρόνια και αν περάσουν, η ερμηνεία αυτή θα μείνει μοναδική, αξέχαστη, εντυπωσιακή, να χαρακτηρίζει μια ολοκληρη εποχή. Είναι η φωνή που μπλέκει με τον στίχο, που δημιουργεί εικόνες, που σε κάνει να κλείνεις τα μάτια σου και να ονειρεύεσαι την αγάπη σου με το «καθημερνό της φόρεμα κι ένα χτενάκι στα μαλλιά...»

Είναι αυτή ακριβώς η περισσή ομορφιά των λέξεων που ισορροπεί την θλίψη του περιεχομένου τους, είναι ακριβώς αυτή η περισσή μελωδία της μουσικής που ισορροπεί το λυπηρό της νόημα, είναι ακριβώς αυτή η λαμπρότητα της φωνής που ισορροπεί τον λυγμό της ψυχής. Ένα τραγούδι καθαρά ελληνικό, η χαρμολύπη που μάθαμε να βιώνουμε, η δύναμη που μάθαμε να παίρνουμε από την αδυναμία... Χαρείτε το μια φορά ακόμα...



Άσμα ασμάτων

Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Μουσική: Μίκης Θεοδωράκης
Πρώτη εκτέλεση: Μαρία Φαραντούρη

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου
με το καθημερνό της φόρεμα
κι ένα χτενάκι στα μαλλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Κοπέλες του Άουσβιτς,
του Νταχάου κοπέλες,
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε σε μακρινό ταξίδι,
δεν είχε πιά το φόρεμά της
ούτε χτενάκι στα μαλλιά.

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου,
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ’ αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.

Κοπέλες του Μαουτχάουζεν,
κοπέλες του Μπέλσεν,
μην είδατε την αγάπη μου;

Την είδαμε στην παγερή πλατεία
μ’ ένα αριθμό στο άσπρο της το χέρι,
με κίτρινο άστρο στην καρδιά.

Τι ωραία που είν’ η αγάπη μου,
η χαϊδεμένη από τη μάνα της
και τ’ αδελφού της τα φιλιά.
Κανείς δεν ήξερε πως είναι τόσο ωραία.